μισθός


μισθός
ὁ μισθός плата; найм; возмездие: (in bоnаm partem) награда; (in malam partem) наказание (ср. др.-русск. мзда)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μισθός" в других словарях:

  • μισθός — hire masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθός — Όρος που χρησιμοποιείται στην οικονομική γλώσσα για τον χαρακτηρισμό της αμοιβής της εξαρτημένης εργασίας. Με την έννοια αυτή ο όρος έχει ευρύτερη σημασία από αυτήν με την οποία χρησιμοποιείται στην κοινή γλώσσα. Πράγματι, περιλαμβάνει, εκτός από …   Dictionary of Greek

  • μισθός — [мистос] ουσ а. заработная плата, гонорар …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μισθός — ο το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται για εργασία ενός μήνα: Παρά τις αυξήσεις στην αγορά οι μισθοί παρέμειναν σταθεροί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μισθὸς ἀρετὴς ἔπαινος. — См. По заслуге и почет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • μισθοῖο — μισθός hire masc gen sg (epic) μισθόω let out for hire pres opt mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθοῖς — μισθός hire masc dat pl μισθόω let out for hire pres opt act 2nd sg μισθόω let out for hire pres subj act 2nd sg μισθόω let out for hire pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθοῖσιν — μισθός hire masc dat pl (epic ionic aeolic) μισθόω let out for hire pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) μισθόω let out for hire pres subj act 3rd sg (epic) μισθόω let out for hire pres ind act 3rd pl (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθοί — μισθός hire masc nom/voc pl μισθόω let out for hire pres subj mp 2nd sg μισθόω let out for hire pres ind mp 2nd sg μισθόω let out for hire pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθοῦ — μισθός hire masc gen sg μισθόω let out for hire pres imperat mp 2nd sg μισθόω let out for hire imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μισθούς — μισθός hire masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)